Όταν κουραστήκαμε να αγαπάμε

Παναγιώτης Μπολώτας
Όταν κουραστήκαμε να αγαπάμε

Η κοινωνία της κόπωσης και η εξάντληση του έρωτα

Ο Byung-Chul Han περιγράφει έναν παράξενο μετασχηματισμό του σύγχρονου ανθρώπου. Κάποτε η εξουσία στεκόταν απέναντί του και του έλεγε τι δεν επιτρέπεται να κάνει. Σήμερα, σύμφωνα με τον Han, η εξουσία έχει μετακινηθεί μέσα του. Δεν χρειάζεται πια κάποιος να του πει «πρέπει». Αρκεί εκείνος να επαναλαμβάνει στον εαυτό του: μπορώ περισσότερο.

Μπορώ να εργαστώ περισσότερο. Μπορώ να γίνω καλύτερος. Μπορώ να είμαι πιο παραγωγικός, πιο όμορφος, πιο επιτυχημένος, πιο ενδιαφέρων.

Και ίσως εδώ να βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της εποχής μας: ο άνθρωπος αισθάνεται περισσότερο ελεύθερος από ποτέ και ταυτόχρονα δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να σταματήσει. Δεν έχει πια έναν εξωτερικό δυνάστη από τον οποίο πρέπει να απελευθερωθεί. Έχει γίνει ο ίδιος εργοδότης και εργαζόμενος, επιτηρητής και επιτηρούμενος, απαιτητικός κριτής και κατηγορούμενος του εαυτού του.

Γι’ αυτό και η κόπωση για την οποία μιλά ο Han δεν είναι απλώς σωματική. Είναι υπαρξιακή. Είναι η κόπωση του ανθρώπου που πρέπει συνεχώς να γίνεται κάτι. Και ένας άνθρωπος που έχει μάθει να αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως έργο προς διαρκή βελτίωση, αργά ή γρήγορα κινδυνεύει να αντιμετωπίσει με τον ίδιο τρόπο και τον έρωτα.

Ο έρωτας στην κοινωνία της επίδοσης

Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν αναζητά απλώς έναν σύντροφο. Αναζητά συχνά κάποιον που να ταιριάζει στο σχέδιο της ζωής του. Να έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του. Να συμμερίζεται τις επιθυμίες του. Να επιβεβαιώνει την εικόνα που έχει δημιουργήσει για τον εαυτό του.

Ακόμη και η γλώσσα με την οποία μιλάμε για τις σχέσεις έχει αρχίσει να θυμίζει τη γλώσσα της αγοράς. Μιλάμε για «επιλογές». Για «κριτήρια». Για το τι «μας προσφέρει» μια σχέση. Για το αν κάποιος «καλύπτει τις ανάγκες μας».

Και χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε πάντοτε, ο άλλος κινδυνεύει να πάψει να είναι πρόσωπο και να μετατραπεί σε σύνολο χαρακτηριστικών.

Όμως ο έρωτας αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνει ο κατάλογος.

Γιατί ο άνθρωπος που ερωτευόμαστε δεν είναι ποτέ ακριβώς αυτός που σχεδιάσαμε. Έχει αντιφάσεις. Έχει σιωπές. Έχει περιοχές στις οποίες δεν έχουμε πρόσβαση. Έχει έναν εσωτερικό κόσμο που δεν δημιουργήθηκε για να εξυπηρετεί τον δικό μας. Και ακριβώς αυτή η απόσταση είναι που γεννά την επιθυμία. Εδώ βρίσκεται ίσως η βαθύτερη σκέψη του Han για τον έρωτα.

Ο έρωτας προϋποθέτει τον Άλλον.

Όχι κάποιον που αποτελεί προέκταση του εαυτού μου. Όχι κάποιον που συμφωνεί μαζί μου, με επιβεβαιώνει ή αντανακλά τις επιθυμίες μου. Αλλά έναν άνθρωπο που παραμένει, σε κάποιο βαθμό, ξένος. Έναν κόσμο που δεν μπορώ να κατακτήσω ολοκληρωτικά.

Η σύγχρονη κοινωνία όμως δυσκολεύεται με αυτή την ετερότητα. Μας έχει εκπαιδεύσει να εξατομικεύουμε σχεδόν τα πάντα γύρω μας. Η μουσική που ακούμε προσαρμόζεται στις προτιμήσεις μας. Οι ειδήσεις που βλέπουμε επιλέγονται σύμφωνα με τα ενδιαφέροντά μας. Οι εικόνες που εμφανίζονται μπροστά μας έχουν ήδη υπολογιστεί από προηγούμενες επιλογές μας. Σταδιακά δημιουργείται ένας κόσμος που μας μοιάζει.

Και τότε συμβαίνει κάτι παράδοξο.

Ενώ έχουμε πρόσβαση σε περισσότερους ανθρώπους από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά, συναντάμε όλο και λιγότερο πραγματικά το διαφορετικό. Ο άλλος εμφανίζεται μπροστά μας ήδη ταξινομημένος, φωτογραφημένος, περιγεγραμμένος, αξιολογημένος. Πριν ακόμη τον γνωρίσουμε, γνωρίζουμε ήδη αρκετά για να αποφασίσουμε αν μας ενδιαφέρει.

Αλλά ο έρωτας δεν γεννήθηκε ποτέ από την πλήρη πληροφορία. Γεννήθηκε από το άγνωστο. Η ψηφιακή εποχή μάς πρόσφερε κάτι πρωτοφανές: την αίσθηση σχεδόν απεριόριστης δυνατότητας επιλογής. Πάντα μπορεί να υπάρχει κάποιος άλλος. Κάποιος πιο συμβατός. Πιο όμορφος. Πιο ενδιαφέρων. Πιο κοντά σε αυτό που φανταζόμαστε ότι χρειαζόμαστε.

Όμως η αφθονία δεν γεννά απαραίτητα επιθυμία. Μερικές φορές τη σκοτώνει.

Γιατί η επιθυμία χρειάζεται απόσταση. Χρειάζεται αναμονή. Χρειάζεται την αίσθηση ότι κάτι δεν βρίσκεται ολοκληρωτικά στη διάθεσή μας. Όταν όμως τα πάντα παρουσιάζονται ως διαθέσιμα, ο άνθρωπος δυσκολεύεται να επιθυμήσει βαθιά. Μαθαίνει περισσότερο να επιλέγει.

Και υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στα δύο.

Η επιλογή συγκρίνει. Η επιθυμία καθηλώνεται. Η επιλογή ρωτά: «Υπάρχει κάτι καλύτερο;» Ο έρωτας κάποτε απαντά: «Δεν ξέρω αν υπάρχει καλύτερο. Ξέρω ότι θέλω εσένα.»

Η κόπωση εισβάλλει στη σχέση

Υπάρχει όμως και μία ακόμη συνέπεια.

Για να υπάρξει πραγματική σχέση χρειάζεται κάτι που η κοινωνία της επίδοσης θεωρεί σχεδόν σπατάλη: χρόνο χωρίς αποτέλεσμα.

Χρόνο για να ακούσεις. Χρόνο για να περιμένεις. Χρόνο για μια συζήτηση που δεν οδηγεί πουθενά. Χρόνο για να καθίσεις δίπλα σε κάποιον χωρίς να συμβαίνει τίποτε αξιοσημείωτο.

Ο έρωτας χρειάζεται ακριβώς αυτόν τον «άχρηστο» χρόνο.

Η κοινωνία της κόπωσης όμως τον αντιμετωπίζει ως κενό που πρέπει να γεμίσει. Έτσι επιστρέφουμε στο σπίτι κουρασμένοι όχι μόνο από όσα κάναμε, αλλά και από όσα αισθανόμαστε ότι θα έπρεπε ακόμη να κάνουμε.

Και απέναντί μας βρίσκεται ένας άλλος άνθρωπος που ζητά κάτι εξαιρετικά απαιτητικό:

την παρουσία μας. Όχι την αποτελεσματικότητά μας. Όχι τις λύσεις μας. Όχι την παραγωγικότητά μας.

Την παρουσία μας.

Και ίσως αυτή να είναι μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες των σύγχρονων σχέσεων: δύο άνθρωποι μπορεί να αγαπιούνται και παρ’ όλα αυτά να μην τους έχει απομείνει αρκετός εσωτερικός χώρος για να συναντηθούν.

Ο Han συνδέει αυτή την κατάσταση με τον ναρκισσισμό, αλλά όχι με τη συνηθισμένη έννοια της ματαιοδοξίας.

Ο ναρκισσιστής δεν είναι απλώς εκείνος που αγαπά υπερβολικά τον εαυτό του. Είναι εκείνος που δυσκολεύεται να συναντήσει κάτι που δεν είναι ο εαυτός του.

Έτσι μπορεί να αγαπά τον άλλον όσο εκείνος τον επιβεβαιώνει. Όσο τον θαυμάζει. Όσο τον καταλαβαίνει. Όσο ανταποκρίνεται στις ανάγκες του. Όσο δεν διαταράσσει την εικόνα που έχει σχηματίσει για τη σχέση.

Μόλις όμως ο άλλος εμφανιστεί πραγματικά ως άλλος —με τη δική του επιθυμία, τις δικές του ανάγκες, τις δικές του αντιφάσεις— αρχίζει η δυσκολία.

Και όμως ακριβώς εκεί θα μπορούσε να αρχίσει ο έρωτας.

Γιατί αγαπώ πραγματικά κάποιον όχι όταν ανακαλύπτω πόσο μου μοιάζει, αλλά όταν μπορώ να παραμείνω δίπλα του ακόμη και μπροστά σε όσα δεν μπορώ να μετατρέψω σε εμένα.

Ίσως δεν κουραστήκαμε από τον έρωτα Ίσως λοιπόν δεν είναι ακριβές να λέμε ότι οι άνθρωποι σήμερα δεν μπορούν να αγαπήσουν. Ίσως συμβαίνει κάτι πιο λεπτό.

Έχουμε κουραστεί τόσο πολύ από τον εαυτό μας, ώστε δεν μας περισσεύει χώρος για τον άλλον. Κουβαλάμε καθημερινά το βάρος της αυτοβελτίωσης, της εικόνας, της επίδοσης, της σύγκρισης, της επιτυχίας. Πρέπει να γίνουμε καλύτεροι.

Και όταν ολόκληρη η ζωή μετατρέπεται σε ένα ατελείωτο σχέδιο βελτίωσης του εαυτού, ακόμη και ο έρωτας κινδυνεύει να γίνει μέρος αυτού του σχεδίου.

Μόνο που ο έρωτας δεν είναι αυτοβελτίωση. Είναι, με έναν παράξενο τρόπο, αυτοϋπέρβαση. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο κόσμος παύει προσωρινά να περιστρέφεται γύρω από εμένα.

Υπάρχει κάποιος απέναντί μου. Κάποιος που δεν μου ανήκει. Κάποιος που δεν μπορώ να κατανοήσω ολοκληρωτικά. Κάποιος που μπορεί ακόμη και να με αλλάξει.

Και ίσως γι’ αυτό ο πραγματικός έρωτας είναι τόσο δύσκολος μέσα στην κοινωνία της κόπωσης. Επειδή απαιτεί ακριβώς εκείνο που η εποχή μας δυσκολεύεται περισσότερο να προσφέρει:

να σταματήσουμε για λίγο να κατασκευάζουμε τον εαυτό μας, ώστε να μπορέσουμε επιτέλους να συναντήσουμε έναν άλλον άνθρωπο.

Βιβλιογραφία

Han, Byung-Chul. Η κοινωνία της κόπωσης. Εκδόσεις opera

Han, Byung-Chul. Η αγωνία του Έρωτα. Εκδόσεις opera

Το κείμενο αποτελεί δοκιμιακή προσέγγιση στη σκέψη του Byung-Chul Han και προσωπική ανάπτυξη των θεμάτων που αυτή εγείρει.