Υπάρχουν στιγμές που έχουμε την αίσθηση πως επιλέγουμε.
Στεκόμαστε μπροστά σε δύο δρόμους, ζυγίζουμε όσα γνωρίζουμε, φοβόμαστε λίγο όσα δεν γνωρίζουμε και κάποια στιγμή —συνήθως αργά το βράδυ, συνήθως μόνοι— αποφασίζουμε. Μια δουλειά. Έναν άνθρωπο. Μια αναχώρηση. Μια παραμονή. Ένα «ναι» ή ένα «όχι» που θα σταθεί κάποτε στη μέση της ζωής μας και θα τη χωρίσει σε πριν και μετά.
Ύστερα προχωράμε, κρατώντας την απόφαση σαν κάτι που μας ανήκει.
Κι όμως, οι επιλογές που μας καθόρισαν περισσότερο ίσως δεν είναι αυτές που θυμόμαστε. Είναι εκείνες που έγιναν τόσο νωρίς και τόσο αθόρυβα, ώστε δεν πρόλαβαν ποτέ να πάρουν τη μορφή απόφασης.
Κάποτε μάθαμε ότι είναι ασφαλέστερο να μη θυμώνουμε. Κάποτε καταλάβαμε πως η αποδοχή έχει τίμημα και ότι ορισμένες πλευρές μας γίνονται ευκολότερα δεκτές από κάποιες άλλες. Κάποτε ανακαλύψαμε ότι η αποτυχία αφήνει σημάδι, ότι η απόρριψη έχει διάρκεια και ότι μια σιωπή στο τραπέζι μπορεί να λέει περισσότερα από όσα ειπώθηκαν όλο το βράδυ.
Δεν καθίσαμε τότε απέναντι στον εαυτό μας για να αποφασίσουμε ποιοι θα γίνουμε.
Απλώς προσαρμοστήκαμε.
Κι ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο παράξενες ικανότητες του ανθρώπου: να μετατρέπει σε χαρακτήρα ό,τι κάποτε υπήρξε απλώς ένας τρόπος να προστατευτεί.
Με τα χρόνια, οι προσαρμογές αποκτούν ονόματα.
«Είμαι δυνατός.»
«Δεν έχω ανάγκη κανέναν.»
«Δεν μου αρέσουν οι συγκρούσεις.»
«Είμαι τελειομανής.»
«Έτσι είμαι εγώ.»
Κάθε τέτοια φράση ακούγεται σαν περιγραφή. Συχνά όμως είναι μια μικρή βιογραφία που έχει χάσει την πρώτη της σελίδα.
Ο Carl Rogers είχε μιλήσει για την απόσταση που ανοίγει ανάμεσα σε αυτό που πραγματικά βιώνουμε και στην εικόνα που έχουμε σχηματίσει για τον εαυτό μας. Δεν χρειάζεται να είναι μεγάλη αυτή η απόσταση για να γίνει καθοριστική. Αρκεί να επαναλαμβάνεται.
Και μπορεί κανείς να ζήσει μέσα της χρόνια ολόκληρα χωρίς ποτέ να τη δει.
Να κυνηγά αδιάκοπα την επιτυχία και να το ονομάζει φιλοδοξία, χωρίς να έχει αναρωτηθεί τι θα απέμενε αν σταματούσε, έστω για λίγο, να αποδεικνύει την αξία του.
Να αποφεύγει κάθε ένταση και να το ονομάζει ηρεμία, χωρίς να κοιτάξει τι κατοικεί κάτω από αυτή την ηρεμία.
Να φροντίζει τους άλλους και να θεωρεί τη φροντίδα κομμάτι του χαρακτήρα του, χωρίς να θυμάται πότε ακριβώς έμαθε ότι για να αγαπηθεί πρέπει πρώτα να είναι χρήσιμος.
Δεν σημαίνει ότι όσα πιστεύουμε για τον εαυτό μας είναι ψεύτικα.
Σημαίνει μόνο ότι έχουν ιστορία.
Και κάποια στιγμή αυτή η ιστορία αξίζει να διαβαστεί από την αρχή.
Γιατί ο εαυτός δεν χτίζεται στις μεγάλες αποφάσεις. Χτίζεται στις μικρές επαναλήψεις.
Σε κάτι που αποφεύγουμε ξανά και ξανά.
Σε μια αντίδραση που κάποτε μας έσωσε.
Σε μια ανάγκη που μάθαμε να χαμηλώνουμε.
Σε έναν ρόλο που παίξαμε τόσες φορές, ώστε κάποια στιγμή ξεχάσαμε πως ήταν ρόλος.
Η επανάληψη γίνεται συνήθεια. Η συνήθεια αποκτά διάρκεια. Και η διάρκεια, σχεδόν ανεπαίσθητα, μεταμφιέζεται σε ταυτότητα.
Ώσπου μια μέρα στεκόμαστε μπροστά στον καθρέφτη και λέμε: «Εγώ είμαι αυτός.»
Ίσως εκεί να αρχίζει η πραγματική δυσκολία της αυτογνωσίας. Όχι στο να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε, αλλά στο θάρρος να ρωτήσουμε πώς γίναμε αυτό που σήμερα ονομάζουμε εαυτό μας.
Γιατί σε καμία επιλογή δεν φτάνουμε μόνοι.
Μαζί μας φτάνουν άνθρωποι που κάποτε μας κοίταξαν με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Λόγια που ακούσαμε αρκετές φορές ώστε να τα πιστέψουμε. Προσδοκίες που υιοθετήσαμε χωρίς να το προσέξουμε. Αποτυχίες που δεν αντέχουμε να επαναλάβουμε και επιτυχίες που φοβόμαστε πως δεν θα ξαναζήσουμε.
Φτάνουν ακόμη και παλαιότερες εκδοχές μας, ζητώντας σιωπηλά να τους μείνουμε πιστοί.
Και μέσα σε όλο αυτό το πλήθος στεκόμαστε εμείς, πεπεισμένοι ότι αποφασίζουμε μόνοι.
Ίσως λοιπόν η ελευθερία να μη βρίσκεται εκεί όπου συνήθως τη ζητάμε. Ούτε στην απουσία περιορισμών ούτε στη δυνατότητα να κάνουμε κάθε φορά αυτό που επιθυμούμε. Ίσως να βρίσκεται σε κάτι πολύ λιγότερο εντυπωσιακό και πολύ πιο απαιτητικό: στη στιγμή που καταφέρνουμε να διακρίνουμε τι είναι αυτό που μας κινεί.
Να κοιτάξουμε μια επιθυμία και, αντί να τρέξουμε αμέσως πίσω της, να τη ρωτήσουμε από πού έρχεται.
Να κοιτάξουμε έναν φόβο και να αναρωτηθούμε αν ανήκει ακόμη στο παρόν ή αν έχει μείνει εδώ από παλιά, σαν έπιπλο σε σπίτι που έχουμε ήδη αλλάξει.
Να κοιτάξουμε μια βεβαιότητα για τον εαυτό μας και να αφήσουμε, έστω για λίγο, ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην είναι ολόκληρη η αλήθεια.
Ίσως τελικά η αυτογνωσία να μην είναι διαδικασία προσθήκης. Ίσως να είναι περισσότερο διαδικασία αφαίρεσης.
Να απομακρύνεις, ένα ένα, όσα έμαθες ότι πρέπει να είσαι. Όσα χρειάστηκε κάποτε να γίνεις. Όσα οι άλλοι συνήθισαν να βλέπουν επάνω σου. Ακόμη κι όσα εσύ ο ίδιος συνήθισες να αναγνωρίζεις στον καθρέφτη.
Όχι για να βρεις στο τέλος έναν κρυμμένο, αμετάβλητο «αληθινό εαυτό».
Αλλά για να ανοίξεις λίγο περισσότερο χώρο ανάμεσα σε αυτό που υπήρξες και σε αυτό που μπορείς ακόμη να επιλέξεις.
Κι ίσως εκεί, μέσα σε αυτό το μικρό διάστημα, να κατοικεί κάτι από αυτό που ονομάζουμε ελευθερία.
Γιατί η σημαντικότερη ερώτηση δεν είναι πάντοτε «Τι θέλω;».
Μερικές φορές προηγείται μια δυσκολότερη:
«Πώς έμαθα να θέλω αυτό που θέλω;»
Πόσο δικές μας είναι οι επιλογές που κάνουμε;
Παναγιώτης Μπολώτας