Γιατί φοβόμαστε την αλλαγή, ακόμη και όταν τη θέλουμε;

Παναγιώτης Μπολώτας
Γιατί φοβόμαστε την αλλαγή, ακόμη και όταν τη θέλουμε;

Ένα ποτάμι κρατά το όνομά του για αιώνες. Την ίδια στροφή, την ίδια όχθη, τα ίδια δέντρα γερμένα πάνω από το νερό. Κι όμως, τίποτε από όσα κυλούν μπροστά μας αυτή τη στιγμή δεν ήταν εδώ πριν από λίγο.

Ο Ηράκλειτος στάθηκε σε αυτή την εικόνα και τοποθέτησε τη μεταβολή στον πυρήνα της πραγματικότητας. Ο κόσμος, στη σκέψη του, δεν είναι κάτι σταθερό που περιστασιακά αλλάζει. Είναι μια αδιάκοπη διαδικασία γίγνεσθαι. Τα πράγματα υπάρχουν ακριβώς επειδή μεταβάλλονται: συναντούν το αντίθετό τους, απομακρύνονται από αυτό που ήταν και γίνονται κάτι άλλο.

Δεν μπαίνουμε δύο φορές στο ίδιο ποτάμι.

Το νερό έχει ήδη κυλήσει.

Κι εμείς, στο μεταξύ, δεν είμαστε πια ακριβώς οι ίδιοι.

Υπάρχει κάτι σχεδόν αυτονόητο σε αυτή τη διαπίστωση. Κοιτάζουμε γύρω μας και παντού βλέπουμε μεταβολή. Στο σώμα που κουράζεται λίγο νωρίτερα από πέρσι. Σε μια φιλία που δεν ξέρουμε πότε ακριβώς αραίωσε. Σε ένα παιδί που ένα πρωί φοράει τα παπούτσια μας και του κάνουν. Ακόμη κι εκείνα που μοιάζουν ακίνητα αλλάζουν, απλώς σε μια κλίμακα χρόνου που δυσκολευόμαστε να δούμε.

Κι όμως, απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, ο άνθρωπος κάνει κάτι παράξενο.

Προσπαθεί να κρατήσει τα πράγματα στη θέση τους.

Μια σχέση που έχει ήδη αλλάξει.

Μια εργασία που δεν τον εκφράζει πλέον.

Έναν τρόπο ζωής που κάποτε του ταίριαζε.

Μια εικόνα του εαυτού του που σχηματίστηκε χρόνια πριν.

Ακόμη και μια δυσφορία μπορεί να αποκτήσει τέτοια οικειότητα, ώστε η προοπτική να τη χάσουμε να τρομάζει περισσότερο από την ίδια.

Ας φανταστούμε έναν άνθρωπο που εδώ και χρόνια σκέφτεται να αλλάξει την επαγγελματική του ζωή.

Δεν είναι μια παροδική σκέψη.

Ξυπνά λίγο πριν από το ξυπνητήρι και μένει ακίνητος. Επιστρέφει το βράδυ και δεν έχει τίποτα να διηγηθεί. Οι Κυριακές έχουν αποκτήσει εκείνη τη σκιά που ρίχνει πάνω τους η Δευτέρα.

Ξέρει ότι κάτι δεν του ταιριάζει πια.

Κι αν τον ρωτήσεις τι θα ήθελε να κάνει διαφορετικά, μπορεί να σου περιγράψει με εντυπωσιακή ακρίβεια μια άλλη ζωή. Έχει προλάβει να τη φανταστεί πολλές φορές.

Κι όμως, παραμένει.

Γιατί;

Η πρώτη απάντηση είναι εύκολη. Υποχρεώσεις. Οικονομική ασφάλεια. Οικογένεια. Η ηλικία. Η αβεβαιότητα μιας νέας αρχής.

Και όλα αυτά μπορεί να είναι απολύτως πραγματικά.

Μερικές φορές, όμως, υπάρχει και κάτι ακόμη.

Η ζωή που θέλει να εγκαταλείψει, όσο κι αν τον δυσκολεύει, είναι μια ζωή που γνωρίζει. Ξέρει ποιος είναι μέσα σε αυτήν. Ξέρει τον ρόλο του, τις ικανότητές του, τη θέση του ανάμεσα στους άλλους. Ξέρει ακόμη και τα προβλήματά της, ένα προς ένα, με τα ονόματά τους.

Η άλλη ζωή μοιάζει περισσότερο επιθυμητή.

Δεν έχει όμως ακόμη μορφή.

Κι έτσι γεννιέται ένα παράδοξο που συναντάμε συχνά: μπορούμε να επιθυμούμε βαθιά μια αλλαγή και ταυτόχρονα να αντιστεκόμαστε σε αυτήν.

Δεν είναι απαραίτητα αντίφαση.

Γιατί όταν αλλάζει κάτι σημαντικό στη ζωή μας, δεν χάνουμε μόνο αυτό που δεν θέλουμε. Χάνουμε και ένα μέρος της βεβαιότητας που το συνόδευε.

Ο άνθρωπος που εγκαταλείπει μια μακροχρόνια σχέση δεν αποχωρίζεται μόνο τον σύντροφό του. Αποχωρίζεται συνήθειες, κοινές αναμνήσεις, σχέδια που είχαν προλάβει να πάρουν τη μορφή μέλλοντος. Αποχωρίζεται κι έναν συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο είχε μάθει να βλέπει τον εαυτό του.

Ο άνθρωπος που αλλάζει επάγγελμα δεν αφήνει πίσω του μόνο μια θέση εργασίας. Αφήνει κύρος, συναδέλφους, μια καθημερινή δομή, και την αίσθηση ότι γνωρίζει τι θα συμβεί αύριο το πρωί στις εννιά.

Ακόμη κι όταν ένα παιδί φεύγει από το σπίτι, οι γονείς δεν αντιμετωπίζουν μόνο την απουσία του. Χρειάζεται να ανακαλύψουν ποιοι είναι μέσα σε ένα σπίτι όπου ένας ρόλος που επί χρόνια όριζε τις ώρες τους έχει ξαφνικά αλλάξει.

Κάθε σημαντική αλλαγή κρύβει μέσα της μια μικρή απώλεια.

Ακόμη κι όταν είναι αλλαγή που επιλέξαμε.

Ίσως γι’ αυτό περιμένουμε συχνά μια στιγμή απόλυτης βεβαιότητας πριν προχωρήσουμε.

Θέλουμε να ξέρουμε ότι η καινούργια δουλειά θα πετύχει. Ότι η νέα σχέση θα είναι καλύτερη. Ότι η μετακόμιση ήταν σωστή. Ότι δεν θα μετανιώσουμε. Ότι ο άνθρωπος που θα γίνουμε θα είναι πράγματι πιο ευτυχισμένος από εκείνον που αφήνουμε πίσω.

Μόνο που αυτή η βεβαιότητα δεν μπορεί να υπάρξει.

Ζητάμε από το μέλλον εγγυήσεις πριν καν το ζήσουμε.

Κι έτσι δημιουργείται μια παράξενη αναμονή. Δεν βρισκόμαστε πια πραγματικά μέσα στην παλιά ζωή, αλλά δεν έχουμε ακόμη τολμήσει να μπούμε στην καινούργια.

Στεκόμαστε στο κατώφλι.

Και τα κατώφλια είναι ίσως από τα δυσκολότερα σημεία της ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν ανήκουν ούτε στο δωμάτιο που αφήνουμε ούτε σε εκείνο στο οποίο πρόκειται να μπούμε. Είναι ένας χώρος χωρίς έπιπλα: το γνώριμο έχει αρχίσει να χάνει τη δύναμή του, το καινούργιο δεν έχει αποκτήσει ακόμη αρκετό σχήμα ώστε να μας στηρίξει.

Γι’ αυτό και η αντίσταση στην αλλαγή δεν χρειάζεται πάντοτε να διαβάζεται ως αδυναμία.

Μερικές φορές είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να προστατεύσει τη συνέχεια της ιστορίας του. Θέλουμε να αισθανόμαστε ότι εκείνος που θα είμαστε αύριο εξακολουθεί να έχει κάποια σχέση με εκείνον που υπήρξαμε χθες.

Κι όμως, υπάρχει μια στιγμή που η προσπάθεια να διατηρήσουμε τη συνέχεια μεταμορφώνεται σε ακινησία.

Όταν δεν παραμένουμε επειδή επιλέγουμε αυτό που έχουμε, αλλά επειδή φοβόμαστε αυτό που δεν γνωρίζουμε.

Τότε ίσως αξίζει να αλλάξουμε την ερώτηση.

Αντί για το «Είμαι βέβαιος ότι πρέπει να φύγω;»

να ρωτήσουμε: «Αν μείνω, τι ακριβώς επιλέγω να διατηρήσω;»

Γιατί και η παραμονή είναι επιλογή. Απλώς η επανάληψή της την κάνει να μοιάζει με φυσική συνέχεια των πραγμάτων.

Ένας χρόνος γίνεται δύο.

Οι δύο γίνονται πέντε.

Και κάποια στιγμή κοιτάζουμε πίσω και ανακαλύπτουμε ότι εκείνο που κάποτε ονομάζαμε προσωρινό έγινε ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μας.

Ίσως λοιπόν το αντίθετο της αλλαγής να μην είναι η σταθερότητα.

Ίσως να είναι η προσπάθεια να παραμείνουμε ίδιοι μέσα σε έναν κόσμο που δεν παραμένει.

Ο Ηράκλειτος είχε δει στη μεταβολή όχι μια παρέκκλιση από την τάξη των πραγμάτων, αλλά την ίδια την τάξη τους. Χιλιάδες χρόνια αργότερα, εξακολουθούμε να στεκόμαστε μπροστά στον ίδιο ποταμό.

Κοιτάζουμε το νερό να περνά.

Ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να το κρατήσουμε.

Και παρ’ όλα αυτά, μερικές φορές, απλώνουμε το χέρι.

Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν είμαστε έτοιμοι να αλλάξουμε. Γιατί απόλυτα έτοιμοι μπορεί να μη γίνουμε ποτέ.

Ίσως το ερώτημα να είναι άλλο:

Όταν αυτό που κάποτε μας ταίριαζε έχει ήδη αλλάξει, τι ακριβώς προστατεύουμε επιμένοντας να παραμένουμε ίδιοι;