"ΟΥΔΕΙΣ ΑΓΕΩΜΕΤΡΗΤΟΣ ΕΙΣΙΤΟ"

Ο Ηρακλής και τα φίδια

Ο Ηρακλής ήταν γίος του Αμφιτρίωνα και της Αλκμήνης και γεννήθηκε στη Θήβα. Ο παππούς του ήταν ο Ακλαίος γιος του Περσέα βασιλία του Άργους. Ο Δίας μια μέτα καυχήθηκε ότι είναι πατέρας του Ηρακλή, αυτό το άκουσε η Ήρα και ζήλεψε τόσο πολυ που ορκίστηκε να εξοντώσει τον νεογέννητο.

Έτσι, ένα βράδυ έστειλε στην κούνια του δύο πελώρια φίδια για να σκοτώσουν το μωρό. Ο Ηρακλής κοιμόταν μαζί με το δίδυμο αδελφό του Ιφικλή, ξύπνησε την ώρα που τα δύο φίδια πλησίαζαν την κούνια και τα έπνιξε. Εκέινη την στιγμή μπήκε στο δωμάτιο η μητέρα τους και αντίκρυσε τον Ηρακλή να έχει νεκρά τα δύο φίδια στα χέρια του.

Από εκείνη τη στιγμή κατάλαβαν ότι το παιδί τους δεν ήταν ένα συνηθισμένο μωρό και ότι έχει θεϊκή δύναμη. Ο πατέρας του αμφιτρίωνας κάλεσε το μάντη Τειρεσία για να ρωτήσει τη μοίρα του παιδίου του. Ο μάντης του είπε ότι ο Ηρακλής δεν είναι σαν τα άλλα παιδία και όταν μεγαλώσει θα έρθει αντιμέτωπος και θα σκοτώσει  μεγάλα θηρία, θα αποκτήσει δόξα και το όνομα του θα μείνει αθάνατο στους αιώνες.

Από την άλλη η Ήρα μόλις είδε τα αποτελέσματα πείσθηκε ότι ο ήρωας είναι πράγματι γιος του Δία και αυτός τον βοήθησε να σκοτώσει τα δύο φίδια και από εκέινη τη στιγμή ορκίστηκε να μην αφήσει τον Ηρακλή σε ησυχία.

Περνούσαν τα χρόνια και ο Ηρακλής γινόταν ένας ψηλός και γεροδεμένος νέος. Ο Αμφιτρίωνας τον έστειλε να μάθει γραφεί, να διαβάζει, να παλεύει, να χειρίζεται το σπαθί και το τόξο και να οδηγεί αμάξια. Όταν έκλεισε τα δεκαοχτώ τον έστειλαν να βόσκει τα κοπάδια στο βουνό του Κιθαιρώνα.

Μια μέρα, σε ένα σταυροδρόμι παρουσιάστηκαν δύο γυναίκες, η μια του υποσχέθηκε πλούτη και χαρές, αυτή ήταν η κακία, η άλλη πιο ταπεινή , η Αρετή του υποσχέθηκε ότι αν την ακολουθήσει θα έχει εύκολη ζωή αλλά ένα δοσξασμένο όνομα. 

Ο Ηρακλής μετά από σκέψη ακολούθησε τον δρόμο της Αρετής

/